Γιατί ο τελευταίος μήνας της εγκυμοσύνης μου είχε φανεί αιώνας

Γιατί ο τελευταίος μήνας της εγκυμοσύνης μου είχε φανεί αιώνας

Γιατί ο τελευταίος μήνας της εγκυμοσύνης μου είχε φανεί αιώνας

Στην αγωνιώδη αντίστροφη μέτρηση του «τώρα γεννάω» εύχομαι να είχε βρεθεί τότε κάποια μαμά να μου πει: «Κάτσε, θα σου πω τι σε περιμένει!». Δεν βρέθηκε ποτέ, καμία. Γιατί, βρε κορίτσια;

Καθώς δεν είχα προγραμματίσει την ημέρα του τοκετού μου, δεν είχα κλείσει δηλαδή ραντεβού όπως άλλες φίλες μου για να πάω να γεννήσω, περίμενα τη μικρή μου να πάρει μόνη της την απόφαση. Να έρθει το παιδί την ώρα που αυτό ήθελε.

Και οι μέρες περνούσαν με αγωνία. Και οι νύχτες κυλούσαν βασανιστικά. Σήμερα είναι η μέρα, όχι, πάει, αύριο θα γεννήσω, δεν μπορεί. Τι γίνεται; Γιατί δεν βγαίνεις; Δεν χωράς άλλο σου λέω!

Κάθε, μα κάθε μέρα οι φίλοι μου τηλεφωνούσαν και με ρωτούσαν: «Γέννησες;». Ναι, και σας το κρατάω κρυφό! Αφήστε με, καλέ, και έχω και την αγωνία μου!

Είχα πλέον φουσκώσει τόσο πολύ που πίστευα ότι δεν πάει άλλο. Είχε φτάσει τέλη Οκτώβρη και ενώ οι άλλες στον δρόμο φορούσαν μποτάκια, εγώ περπατούσα με σαγιονάρες. Τα πόδια μου ήταν σούπερ πρησμένα και δεν μου έκανε τίποτα.

Έπρεπε όμως να βγαίνω, να περπατάω, όπως μου είχε πει ο γιατρός μου. Πήγαινα γύρω γύρω από το σπίτι, δεν απομακρυνόμουν γιατί φοβόμουν. «Κι αν μου σπάσουν τα νερά στον δρόμο, τι θα κάνω μοναχή μου;», έφτιαχνα υπέροχα αισιόδοξα σενάρια στο μυαλό μου.

Για να σηκωθώ από το κρεβάτι/τον καναπέ/την καρέκλα κρατούσα πλέον την κοιλιά με τα δυο μου χέρια. Την κουβαλούσα κυριολεκτικά. Είχε φτάσει στο μη περαιτέρω. Είχα ελαστική επιδερμίδα τελικά.

Ζυγιζόμουν. Μέχρι κάποιο σημείο. Δεν ήθελα να δω τη ζυγαριά να δείχνει 100 κιλά. Κοντά ήμουν. Πωπω, Θεέ μου, ορίστε, δεν θα ξαναπώ ποτέ τη φράση «Φάε, φάε, 100 κιλά θα γίνεις!».

Τα βράδια ήταν βασανιστικά. Δύσκολος ύπνος, πολλές κλωτσιές από το μωρό, και ξαφνικά με έπιανε και ένας λόξυγγας περίεργος, που δεν μπορούσα να ελέγξω. Τουλάχιστον γελούσαμε με τον άντρα μου! Εκείνος μετά ξανακοιμόταν και εγώ την έβγαζα στην τουαλέτα. Συχνοουρία χωρίς έλεος.

Στο γραφείο δεν πήγαινα πλέον. Καλά, εδώ ούτε ρούπι μπορούσα να κάνω, θα πάω και μέχρι τη δουλειά; Δούλευα όμως από το σπίτι γύρω στις έξι ώρες κάθε μέρα. Τώρα εύχομαι να μην είχα δουλέψει τόσο, να ήμουν πιο ξεκούραστη για τον ερχομό του παιδιού.

Και οι μέρες περνούσαν. Και με έτρωγε η αγωνία. Και δεν σταματούσα να μπαίνω στο youtube και να βλέπω βιντεάκια με τοκετούς. Τσιρίζουν όλες. Χειρότερο και από το πιο αιματηρό θρίλερ. Έτσι είναι να γεννάς;

Δεν μπορούσα να ακούσω τίποτε άλλο εκτός από Τρίτο Πρόγραμμα. Μόνο κλασική μουσική. Τόσο Μότσαρντ ποτέ δεν έχω ακούσει στη ζωή μου. Κάθε φορά που πήγαινα να ακούσω κάτι πιο εύπεπτο, πιο λαϊκό, βρε αδερφέ, να έρθουμε στο κέφι, σαν κάτι μέσα μου να μην το άντεχε.

Αυτή η μικρούλα μέσα μου κάνει κουμάντο στη ζωή μου πριν καν γεννηθεί. Το λάβαμε το μήνυμα.

Ανάμεσα σε όλα τα άλλα, ζητούσε συνεχώς παγωμένη λεμονάδα. Ξινή, θεόξινη. Και δεν ανεχόταν τη γρανίτα φράουλα που λάτρευα, ήθελε γρανίτα λεμόνι. Μάλιστααα, έφτασεεε!

Μύριζα τα πάντα. Μπορούσα να περάσω έξω από την πολυκατοικία σου και να σου πω: «Στον τρίτο φτιάχνουν κοτόπουλο με πατάτες στον φούρνο, στον δεύτερο έχουν μακαρονάδα πέστο και στον πρώτο τρώνε σουβλάκια». Και φυσικά δεν μπορούσα να ανεχτώ οποιαδήποτε δυσάρεστη μυρωδιά, από στριφτό τσιγάρο μέχρι ιδρώτα.

Πήγαινα κάθε βδομάδα στον γιατρό μου. Τι θα γίνει, καλέ; Θα γεννήσουμε; Γιατί έτσι όπως έχω γίνει, δεν θα χρειαστεί να μπω στο αμάξι για να πάω στο μαιευτήριο. Απλά μια μέρα θα με σκουντήξει λίγο ο άντρας μου και θα κυλήσω μέχρι το Λητώ.

Μέχρι που μπήκε η 41η εβδομάδα. Και η μικρούλα ήρθε. Την ώρα που ήθελε. Ξημερώματα. Ο γιατρός άκουγε εκείνη την ώρα Δέσποινα Βανδή, «έχουμε αγάπη μου γίνει όπως η γη και η σελήνη, οι δυο καρδιές μας βρεθήκαν σε κοινή τροχιά μες το σύμπαν».

Επιτέλους, λίγος Φοίβος. Κανένας φόβος. Μόνο εσύ κι εγώ, μέσα στο σύμπαν.

Πηγή:   mothersbird.gr

Share.

Αφήστε το σχόλιο σας